ἐρρᾳστωνευμένως

ἐρρᾳστωνευμένως, Adv.
A carelessly, Thom.Mag.p.325 R.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερραστωνευμένως — ἐρρᾳστωνευμένως (Μ) επίρρ. αμελώς, αφρόντιοτα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερρᾳστωνευμένος, μτχ. μέσου παρακμ. τού ρ. ρᾳστωνεύομαι] …   Dictionary of Greek

  • ἐρρᾳστωνευμένως — ῥᾳστωνεύω to be idle perf part mp masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.